Κάθεται χαμηλά, σχεδόν γαντζωμένη στη γη, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με τα χαλάσματα, για να κρύψει μέσα στο σώμα της ό,τι πιο πολύτιμο έχει:
Τα δύο μικροσκοπικά γατάκια της.
Τα κορμάκια τους είναι τόσο μικρά, που σχεδόν χάνονται κάτω από το στήθος της
Μα εκείνη τα αγκαλιάζει με τρόπο απόλυτο —
Οχι με πανικό, αλλά με μια σιωπηλή, βαθιά αποφασιστικότητα.
Πίσω τους, η πόλη δεν θυμίζει πια τόπο ζωής.
Κτίρια μισογκρεμισμένα, σπασμένα παράθυρα, καπνός που υψώνεται βαριά στον ουρανό.
Οι μακρινές φλόγες τρεμοπαίζουν σαν θυμωμένες σκιές, φωτίζοντας στιγμιαία τα ερείπια, υπενθυμίζοντας πως η καταστροφή δεν έχει ακόμη τελειώσει.
Ο αέρας είναι πυκνός, γεμάτος στάχτη και φόβο.
Κι όμως, στο κέντρο αυτού του χάους, υπάρχει μια μικρή νησίδα ζωής, που αρνείται να παραδοθεί.
Τα μάτια της μητέρας είναι ανοιχτά, σε εγρήγορση.
Δεν υπάρχει μίσος μέσα τους, ούτε κατανόηση για το γιατί συνέβη όλο αυτό.
Υπάρχει μόνο η αρχέγονη, ακατανίκητη ανάγκη να προστατεύσει.
Τα γατάκια της κοιτούν τον κόσμο με μεγάλα, αθώα μάτια —
Μάτια που δεν γνωρίζουν από σύνορα, ιδεολογίες, συγκρούσεις.
Στα βλέμματά τους καθρεφτίζεται ο φόβος του άγνωστου, αλλά και μια απόλυτη εμπιστοσύνη:
Οσο η μητέρα τους είναι εκεί, θα είναι ασφαλή.
Και εκεί βρίσκεται η πιο δυνατή αντίθεση.
Ο κόσμος των ανθρώπων καίγεται από επιλογές, αντιπαραθέσεις, αποφάσεις, που ελήφθησαν σε γραφεία και αίθουσες εξουσίας.
Μα ο κόσμος αυτών των πλασμάτων δεν διάλεξε τίποτα από όλα αυτά.
Δεν ψήφισαν, δεν αποφάσισαν, δεν ύψωσαν φωνή για σύγκρουση.
Βρέθηκαν απλώς παγιδευμένα, στη δίνη μιας βίας που δεν τους ανήκει.
Η εικόνα αυτή δεν είναι μόνο συγκινητική.
Είναι κατηγορητήριο.
Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε πόσες αθώες ζωές —ζώα που ζούσαν απλά, σιωπηλά, χωρίς απαιτήσεις— χάνονται κάθε φορά που ξεσπά μια σύγκρουση.
Πόσα πλάσματα πεθαίνουν από φόβο, από πείνα, από εγκατάλειψη;
Πόσα ζώα περιφέρονται αποπροσανατολισμένα ανάμεσα σε ερείπια, ψάχνοντας τους ανθρώπους που κάποτε τα φρόντιζαν;
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκηνή της απόλυτης απώλειας, υπάρχει κάτι που δεν καταστρέφεται.
Η αγάπη.
Η μητρική αγάπη, που δεν χρειάζεται λόγια, που δεν γνωρίζει γλώσσες.
Η αγάπη που στέκεται απέναντι στις φλόγες και λέει σιωπηλά:
«Όσο υπάρχω, θα σε προστατεύω».
Είναι μια δύναμη ταπεινή, αλλά πανίσχυρη.
Δεν κάνει θόρυβο, δεν κραυγάζει.
Μα αντέχει.
Το μήνυμα που αναδύεται είναι διπλό.
Από τη μία, μια κραυγή συμπόνιας:
Να θυμόμαστε ότι τα ζώα είναι θύματα κάθε πολέμου, κάθε φυσικής, ή ανθρωπογενούς καταστροφής.
Δεν είναι «παράπλευρες απώλειες».
Ρίναι ζωές με φόβο, πόνο, ανάγκες και δεσμούς.
Από την άλλη, μια προσευχή βαθιά ανθρώπινη:
Να υπάρξει έλεος.
Να υπάρξει προστασία, για ό,τι δεν μπορεί να προστατευτεί μόνο του.
Η εικόνα μιλά για εκείνους που δεν έχουν φωνή.
Για τα πλάσματα που δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια.
Που δεν μπορούν να εξηγήσουν τον τρόμο τους.
Μας ζητά να γίνουμε εμείς η φωνή τους.
Να σκεφτούμε, να δράσουμε, να απαιτήσουμε μηχανισμούς προστασίας των ζώων σε κάθε κρίση.
Να συμπεριλάβουμε τη φροντίδα τους στα σχέδια έκτακτης ανάγκης, στις ανθρωπιστικές αποστολές, στις πολιτικές αποφάσεις.
Γιατί ο πολιτισμός δεν μετριέται μόνο από το πώς φροντίζει τους ανθρώπους του, αλλά και από το πώς στέκεται απέναντι στα πιο αδύναμα πλάσματα.
Η συμπόνια προς τα ζώα σε καιρό πολέμου, δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι δείκτης ανθρωπιάς.
Αν μπορούμε να προστατεύσουμε μια μητέρα γάτα και τα μωρά της, μέσα σε έναν κόσμο που καίγεται, τότε ίσως υπάρχει ελπίδα, ότι μπορούμε να προστατεύσουμε και ο ένας τον άλλον.
Στο τέλος, η εικόνα αυτή δεν είναι μόνο θλίψη.
Είναι και υπόσχεση.
Ότι ακόμη και μέσα στα ερείπια, η ζωή επιμένει.
Ότι η αγάπη δεν σβήνει με τον καπνό.
Ότι η τρυφερότητα μπορεί να σταθεί όρθια ανάμεσα σε συντρίμμια.
Και μας καλεί —ήσυχα αλλά επίμονα— να διαλέξουμε την πλευρά της ζωής.
Να γίνουμε η ασπίδα, για όσους δεν έχουν.
Να γίνουμε η φωνή, για όσους δεν μπορούν να μιλήσουν.
Να θυμόμαστε ότι κάθε μικρό βλέμμα που μας κοιτά μέσα από τον φόβο, ζητά μόνο ένα πράγμα:
Να μην το εγκαταλείψουμε.
©️ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

