ΔΕΛΤΙΟ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Η είδηση ότι φορέας προστασίας της άγριας ζωής, προχώρησε σε επικήρυξη ύψους 3.000 ευρώ, για τον εντοπισμό των δραστών που ευθύνονται για τη θανάτωση τριών αρκούδων, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις.
Πολλοί πολίτες και ενεργοί υπερασπιστές των ζώων αναρωτήθηκαν εύλογα:
Ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός αυτής της ενέργειας;
Πρόκειται για μια ουσιαστική προσπάθεια διαλεύκανσης των εγκλημάτων, ή για μια συμβολική κίνηση δημοσίων σχέσεων, που επαναλαμβάνεται, χωρίς να έχει αποδώσει αποτελέσματα στο παρελθόν;
Το ερώτημα δεν είναι αβάσιμο.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει δεκάδες περιπτώσεις δηλητηριασμένων, πυροβολημένων, ή κακοποιημένων άγριων ζώων στην Ελλάδα.
Έχουμε δει αρκούδες, λύκους, αλεπούδες, αρπακτικά πουλιά, τσακάλια και άλλα προστατευόμενα είδη, να εξοντώνονται με βάρβαρους τρόπους.
Παρά τις ανακοινώσεις, τις καταγγελίες, τις επικηρύξεις και τις υποσχέσεις για τιμωρία των ενόχων, οι καταδίκες παραμένουν ελάχιστες και η αίσθηση ατιμωρησίας κυριαρχεί.
Όταν λοιπόν ένας φορέας ανακοινώνει επικήρυξη, είναι λογικό να γεννάται η απορία:
Τι διαφορετικό θα συμβεί αυτή τη φορά;
Η πραγματικότητα είναι, ότι η επικήρυξη αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο, θεωρητικά, μπορεί να βοηθήσει στην εξασφάλιση πληροφοριών, από πρόσωπα που γνωρίζουν κάτι, αλλά φοβούνται να μιλήσουν.
Στην πράξη όμως, ειδικά σε μικρές κοινωνίες όπου οι δράστες είναι συχνά γνωστοί, ή προστατεύονται από τοπικά δίκτυα συμφερόντων, η χρηματική αμοιβή σπάνια αρκεί για να σπάσει τη σιωπή.
Οι κάτοικοι φοβούνται κοινωνικές συγκρούσεις, επαγγελματικές συνέπειες, ή ακόμη και προσωπικές απειλές.
Σε τέτοιες συνθήκες, τα 3.000 ευρώ, δύσκολα μετατρέπονται σε πραγματικό κίνητρο καταγγελίας.
Από την άλλη πλευρά, η δημοσιοποίηση μιας επικήρυξης, εξυπηρετεί και έναν άλλο σκοπό:
Δημιουργεί δημοσιότητα.
Τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν την είδηση, οι φορείς εμφανίζονται να αναλαμβάνουν δράση και η κοινωνία λαμβάνει το μήνυμα ότι «κάτι γίνεται».
Το πρόβλημα είναι ότι η επικοινωνιακή εικόνα δεν ταυτίζεται πάντα με την ουσία.
Αν μετά από μήνες, ή χρόνια, δεν υπάρξει καμία σύλληψη, καμία καταδίκη και καμία αποκάλυψη των υπευθύνων, τότε η επικήρυξη καταλήγει να λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική πράξη, παρά ως αποτελεσματικός μηχανισμός δικαιοσύνης.
Η ελληνική κοινωνία έχει κουραστεί από συμβολισμούς χωρίς αποτέλεσμα.
Έχει κουραστεί να βλέπει ανακοινώσεις οργής, κάθε φορά που δολοφονείται ένα προστατευόμενο ζώο και στη συνέχεια να επικρατεί σιωπή, μέχρι το επόμενο περιστατικό.
Έχει κουραστεί να ακούει για αυστηρούς νόμους που δεν εφαρμόζονται.
Έχει κουραστεί να διαβάζει για ελέγχους που δεν γίνονται και για παραβάτες που παραμένουν στο απυρόβλητο.
Οι τρεις νεκρές αρκούδες δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Είναι κομμάτι μιας διαρκούς κρίσης προστασίας της άγριας ζωής.
Είναι το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης κουλτούρας ανοχής, απέναντι στην περιβαλλοντική παραβατικότητα.
Για δεκαετίες, ορισμένοι αντιμετωπίζουν τα άγρια ζώα ως εχθρούς.
Η αρκούδα παρουσιάζεται ως απειλή.
Ο λύκος παρουσιάζεται ως κίνδυνος.
Η αλεπού χαρακτηρίζεται επιβλαβής.
Το αγριογούρουνο θεωρείται ανεπιθύμητο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η παράνομη θανάτωση ζώων, συχνά δικαιολογείται, ή υποβαθμίζεται.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο οι δράστες που τραβούν τη σκανδάλη.
Το πρόβλημα είναι και το περιβάλλον ανοχής που τους περιβάλλει.
Το πρόβλημα είναι η συστηματική καλλιέργεια φόβου και εχθρότητας, απέναντι στην άγρια ζωή.
Το πρόβλημα είναι η απουσία ουσιαστικής περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
Το πρόβλημα είναι η έλλειψη αποτελεσματικής επιτήρησης, στις περιοχές όπου σημειώνονται επαναλαμβανόμενα εγκλήματα κατά της πανίδας.
Εάν οι αρμόδιοι φορείς θέλουν πραγματικά να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε επικηρύξεις.
Χρειάζονται μόνιμα μικτά κλιμάκια ελέγχου.
Χρειάζεται ενίσχυση των δασικών υπηρεσιών.
Χρειάζεται ειδική περιβαλλοντική αστυνόμευση.
Χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση περιοχών υψηλού κινδύνου.
Χρειάζεται προστασία μαρτύρων.
Χρειάζεται ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης.
Χρειάζεται διαφάνεια για το τι συμβαίνει, μετά από κάθε καταγγελία.
Διότι η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει.
Πόσες υποθέσεις εξιχνιάστηκαν;
Πόσοι δράστες εντοπίστηκαν;
Πόσοι καταδικάστηκαν;
Πόσες επικηρύξεις οδήγησαν σε πραγματικά αποτελέσματα;
Αν δεν υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, τότε κάθε νέα ανακοίνωση κινδυνεύει να εκλαμβάνεται ως ακόμη μία επικοινωνιακή διαχείριση ενός προβλήματος που συνεχίζει να γιγαντώνεται.
Οι πολίτες που ενδιαφέρονται πραγματικά για την προστασία της άγριας ζωής, δεν ζητούν εντυπωσιασμούς.
Ζητούν αποτελέσματα.
Ζητούν δικαιοσύνη.
Ζητούν λογοδοσία.
Ζητούν να σταματήσει η ατιμωρησία.
Οι τρεις αρκούδες που χάθηκαν, δεν πρόκειται να επιστρέψουν.
Η αξία της ζωής τους δεν αποτιμάται σε 3.000 ευρώ, ούτε σε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.
Αυτό που έχει σημασία είναι, αν η θυσία τους θα αποτελέσει αφορμή για πραγματική αλλαγή, ή αν θα προστεθεί απλώς στον μακρύ κατάλογο των περιβαλλοντικών εγκλημάτων που ξεχάστηκαν.
Ως ενεργοί πολίτες, οφείλουμε να απαιτήσουμε περισσότερα από ανακοινώσεις και συμβολικές κινήσεις.
Οφείλουμε να απαιτήσουμε ένα σύστημα προστασίας της άγριας ζωής, που να λειτουργεί πριν συμβεί το έγκλημα και όχι μόνο μετά.
Η προστασία της καφέ αρκούδας, όπως και κάθε προστατευόμενου είδους, δεν μπορεί να εξαρτάται από περιστασιακές εκστρατείες δημοσιότητας.
Χρειάζεται πολιτική βούληση, θεσμική συνέπεια και πραγματική εφαρμογή των νόμων.
Μέχρι να συμβεί αυτό, κάθε νέα νεκρή αρκούδα, θα υπενθυμίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι δολοφόνοι της άγριας ζωής.
Είναι και η διαχρονική αποτυχία του συστήματος να τους σταματήσει.
Για την προστασία της άγριας ζωής, τη διαφάνεια και την πραγματική λογοδοσία.
©️ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

